Κτενά Αργυρούλα

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καρυά Λευκάδας τον Μάρτιο του 1963
ημέρα Σάββατο.
Σπούδασε ηλεκτρολογία με την οποία δεν ασχολήθηκε ποτέ.
Ζει στην Αθήνα από το τέλος του 1980
Είναι παντρεμένη και έχει έναν γιό.
Εργάστηκε 30 συναπτά έτη σε ιδιωτική εταιρεία απο την οποία συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα για λόγους υγείας.
Η ενασχόληση με την ποίηση ξεκινά από τα μαθητικά χρόνια.
Ερασιτέχνης και λάτρης της ποίησης όπως πάντα δηλώνει.
Οι σκέψεις της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικές εφημερίδες και περιοδικά,
σε συλλογικές εκδόσεις και φιλοξενούνται σε ποιητικές και λογοτεχνικές σελίδες στο διαδίκτυο στις οποίες συμμετέχει ως μέλος, όπως και σε
blogs ανάλογου περιεχομένου.
Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές.
Η πρώτη με τίτλο ΧΩΡΙΣ ΡΕΤΟΥΣ εκδόθηκε από την δημιουργική ομάδα
Mystory σειρά κήπος τον Ιανουάριο του 2022
ISBN 978-618-00-3506-3
Η δεύτερη ποιητική συλλογή με τίτλο ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ
εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2023 απο τις εκδόσεις
ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΉ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ
ISBN 978-618-86577–3-1
Έζησα ησύχως..
Είναι μικρά της ζωής μου τα ταξίδια
Πέλαγα δεν αρμένισα και ωκεανούς
Δεν ανέβηκα ψηλά βουνά
Δεν διάβηκα στράτες και δρόμους μακρινούς
Δεν είδα του ορίζοντα την άκρια
Δεν είχα άπλετη και ανεμπόδιστη θέα
Δεν άπλωσα τα φτερά μου να πετάξω πάνω από τόν κόσμο
Φοβήθηκα τον άνεμο πως θα με παρασύρει
Φοβήθηκα του ήλιου την ανάσα στον λαιμό μου
Φοβήθηκα να ξεμακρύνω από τα γνώριμα παλιά χνάρια σας
Είδα όμως τον βασιλικό να μεγαλώνει και να μοσχοβαλά
στου Χριστού τα πόδια ακουμπισμένος
Είδα την ξερολιθιά βαμμένη κόκκινη από της κουτσουπιάς τα άνθη
Είδα την βροχή να υγραίνει την διψασμένη γη
Είδα παιδιά να τρέχουν στις αλάνες….. μαζί τους έτρεχα κι εγώ…
Άκουσα γάργαρα γέλια σαν ποταμάκια κελαρυστά
που τρόμαζαν τις θλιμμένες μου σιωπές
Άκουσα κλάματα και αναστεναγμούς… αναίτια και άδικα απ’ την ζωή δοσμένα..
Ένιωσα αγάπη, απόρριψη, απογοήτευση
Ένιωσα ελπίδα, λαχτάρα, προσμονή
Έζησα μικρές και μεγάλες απώλειες
Μέτρησα ρυτίδες έκφρασης…από εποχές που γελούσα πολύ
και άλλες από προσπάθειες να καλύψω ότι ένιωθα
..Όλες τις αγάπησα το ίδιο ..
Ακόμη και τις άλλες,
εκείνες που ο καθρέφτης περιπαιχτικά μου επιδεικνύει
για να μου θυμίζει το περασμένο τής ηλικίας μου
Μάζεψα στιγμές που έγιναν μνήμες.. ακόμη μαζεύω..
Έδωσα και πήρα,
χωρίς να ζυγίζω αν έδωσα περισσότερα, αν πήρα λιγότερα
Δίνω και παίρνω,
Χωρίς να μετράω πόσα έχω να δώσω, πόσα θα μου επιστραφούν
Αγάπησα πολύ , όλους τους ανθρώπους
Αγαπώ πολύ , όλο τον κόσμο
Θα αγαπώ πάντα γιατί δεν έμαθα πώς να μήν αγαπώ… ευτυχώς..
Έζησα όπως μπόρεσα, προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο
Ζω όσο ακόμη μου προσφέρεται η ζωή ,
στις μύτες πατώντας των ποδιών, κανείς να μην θορυβηθεί απ’ την ζωή μου…
Της προσμονής η σκέψη.
Πλάι στο πέλαγο
Της προσμονής η σκέψη,
ρόδο που ανθεί .
Την βρήκες την Ιθάκη σου;
Στα κύματα χορεύουν οι σειρήνες
Απ’ τον λαιμό σου πιάνονται
του Αλέξανδρου οι αδελφές
Απ’ την ουρά τους κρέμονται αστέρια που πνιγήκαν
Στην βάρκα σου γυμνόστηθες
κλεφτές ματιές ομίχλης
κι ένα φεγγάρι μαχαιριά
Ένας λυγμός από μακριά σβήνεται στον αέρα
Κόκκινα ρόδα τα φιλιά
Αρμύρα σε χείλη στεγνά γίνηκε η καληνύχτα
που μοναχά δαγκώνονται
ως που να φύγει η νύχτα….
Έλα και παίρνε με
Έλα και παίρνε με,
Απ’ του μυαλού τα αδιέξοδα.
Όταν τά άστρα λάθος μου δείχνουν μονοπάτι,
Άκου την κραυγή μου στην απόλυτη σιωπή,
το χέρι άπλωσε βγάλε με απ’ το τέλμα.
Βουλιάζω δίχως σου,
Κινούμενη άμμος ο κόσμος μου και σύ,
αποστρέφεις το βλέμμα από τον πανικό μου.
Δίχτυ ασφαλείας αποζητώ
στην κάθοδο τής αβύσσου.
Άκου την καρδιά μου!
Σιωπηλή ιστορία οι χτύποι της,
μύστες στης επιβίωσης το μυστήριο.
Έλα και παίρνε με,
Όταν βουλιάζω σπασμένη άγκυρα σε σκοτεινά νερά ,
δως μου τα χείλη σου να ναυαγήσω το φιλί μου.
Καιόμενη βάτος η νύχτα,
και γω ,παρανάλωμα πυρός ,έργο πυρομανούς
ονείρου.
Κόκκος άμμου σε αχανή έρημο παραδομένη.
Έλα και παίρνε με,
άνεμος εσύ και γω να ταξιδεύω εντός σου,
ώσπου να φέρω δάκρυα
σε μάτια που δεν τολμούν να κλάψουν.
Άκου τους ψίθυρους,
εκείνους που ξοδεύονται στων ματιών τις κραυγές
Σήμα κινδύνου στο νοτισμένο σύννεφο,
η ανάσα.
Σιγή ασυρμάτου,
Πώς θα σε βρω;
Έλα και παίρνε με,
Με το σκοτάδι, με το φώς, με τη σιωπή..
Έλα και παίρνε με…..
Διαμάντι διάφανο
Μιά μικρομάνα όλο δροσιά σε άδειο σπιτικό
πάλευε με την μοίρα της
Περίμενε απ’τή θάλασσα ψηλό μελαχρινό
καμμένο απ’την αρμύρα της.
Κεφαλοπάνι άταχτο στα ρούσα της μαλλιά
παιχνίδιζε στον άνεμο
Στο ρωγοβύζι ανάσαινε σαν ήλιος στην καρδιά
τό αγόρι της το αμάλλιαγο.
Σάν άλικη πανσέληνος πίσω από το βουνό
ο ήλιος εβασίλευε
Στής θάλασσας θα έπεφτε τον σκοτεινό βυθό
τον πόθο του θα σίγηζε.
Έλυσε την μπροστοποδιά που φύλαγε κρυμμένα
ψωμί , κερήθρα και νερό
Ανάσα γύρεψε να βρει στά χόρτα τ’ ανθισμένα
γουργούριζε και το μωρό.
Ανάμεσα στά στήθια της τρέχει ιδρώς σταγόνες
την ζάβγια άφησε ανοιχτή
Μύριζαν οι πλεξούδες της άνθια από ανεμώνες
φάνηκε η γάμπα της χυτή.
Είχε αφήσει δυό χεριές στάχυα για μαξιλάρι
δίπλα απ’την αθυμωνιά
Στο σπίτι μοσχομύριζε ψωμί από σιτάρι
είχε τσουκάλι στη γωνιά.
Κείνη σιγοτραγούδαγε με αηδονιού λαλιά
ώ,ιερότη τής στιγμής!
Μείναν βουβά και ακούγανε γύρω της τα πουλιά
γλυκό νανούρισμα τής γης.
Στα χέρια της κοιμότανε ένας μικρός Χριστός
ήτανε ίδιος με άστρο
Στά στήθη ο χτύπος της καρδιάς ηχούσε ρυθμικός
η αγκαλιά της κάστρο .
Το βλέμμα της ξεμάκρυνε πάνω από την σκεπή
στά δαχτυλίδια τού καπνού
Θυμήθηκε τόν κύρη της που ‘φυγε σε άλλη γη
στα απόσκια του ουρανού.
Διαμάντι ‘στάθη διάφανο στα ματοτσίνορά της
δάκρυ δεν έγινε ποτέ
Στον αργαλειό που ύφαινε η μάνα τα σκουτιά της
έσκυψε κι αναστέναξε…
Κάποτε φεύγω
Κάποτε φεύγω,
κουβαλώντας τον θρήνο των ιτιών.
Το μονοπάτι των σκιών ακολουθώντας,
κυνηγημένη απ’ του ανέμου το δέλεαρ,
κρύβομαι στην βροχή, και στο χιόνι κοιμάμαι,
χνάρι του χρόνου αναλλοίωτο.
Μια ηλιακή έκλειψη ενώνει την λεπτή γραμμή
που παντρεύει την μέρα με την νύχτα.
Ο ουρανός μια λίμνη διάσπαρτων διαμαντιών,
στο στερέωμα του απείρου.
Σκοντάφτω από νότα σε νότα
στης ζωής το εναλλασσόμενο τέμπο.
Χτυπώ εναγωνίως τα πλήκτρα σε κονσέρτο εγχόρδων,
θέατρο παραλόγου
χωρίς ορχήστρα, χωρίς θεατές..
Υποκλίνομαι στο χειροκρότημα,
γλιστράω στην παγωμένη λίμνη της ανυπαρξίας,
και διπλώνοντας το πληγωμένο μου φτερό,
σβήνω,
αφήνοντας πίσω άλικη σταλαγματιά
μαζί με την ανάσα μου….
Γίνε κύμα, είσαι κύμα..
Πρέπει να μείνεις ξύπνια,
να καταλάβεις τι είναι σημαντικό.
Κοίτα τις λεπτομέρειες,
Ο δρόμος μακρύς για το σπίτι.
Ο κόσμος μια οπτασία, αφήνεται στου ανέμου το άγγιγμα
μικρό παιδί που τρέχει στα στάχυα.
Ουρλιάζει μια φωνή στο κεφάλι σου.
Κίνδυνος,
Κάλεσμα,
Προσμονή..
Μια συνουσία στης βροχής την ομίχλη.
Κεραυνός, επιβήτορας, καταιγίδα.
Λύτρωση, εξάγνιση, θάνατος, ελευθερία…
Απόσταση ασφαλείας, το αόρατο νήμα τεντώνεται,
αποκόπηκε η σύνδεση με το είναι,
αποδεχόμαστε το φαίνεσθαι.
Και τότε,
μια σανίδα σωτηρίας
Διαχωρισμός,
Προσοχή στις λεπτομέρειες,
Το ποτάμι σε παρασέρνει.
Τί είσαι; τί έγινες;
Φύλλο; Νούφαρο; ή μήπως λάσπη;
Το σύννεφο στράγγισε τη μέρα,
απόκαμαν τα σπουργίτια σε χαμηλές περιπλανήσεις.
Απ’ την υδρορροή, κρέμεται ένα ουράνιο τόξο.
Μην το κοιτάς ,δεν είναι αυτό που περίμενες.
Οδηγάς χωρίς φρένα,
Η ζώνη ασφαλείας σε συνθλίβει σαν κλείσεις τα μάτια.
Η νύχτα πιο δυνατή, σε κερδίζει ο Μορφέας.
Την επαύριο,
κοίτα τίς λεπτομέρειες,
άσε τον άνεμο να σ’ αγκαλιάσει.
Είσαι σαν κύμα, είσαι κύμα….
Αρίφνητος καιρός
Παίρνω τούς δρόμους
λες και έχω προορισμό….
γελούν οι ίσκιοι.
Έαρ ζητώ
γλαυκόν,ροδόχρουν, έστω φαιό
κρατώ κανίσκι .
Βάρος στους ώμους,
δυό στεναγμοί κι ένας καημός
γεννούν μιά θλίψη.
Φέναξ καιρός,
χάνεται ο λογισμός θολός
στάλες ουίσκι
Ωκύμωρος ο στεναγμός
σβήνει στο στήθος
Αρίφνητος μοιάζει ο καιρός
που υψώνει τείχος….
Ιούλιος
Ταξιδεύουν τα σύννεφα
στα φτερά του μαΐστρου
κι είναι μήνας Ιούλιος
Αργοκίνητα πλοία
στου μυαλού μου τις θάλασσες
στεναγμοί τρεχαντήρια
ένας βράχος στο πέλαγος
κι ο Ιούλιος κύματα
..κι ο Ιούλιος κύματα..
..κι ο Ιούλιος κύματα ..
σβήνει η ηχώ μες στα μάτια σου
Τώρα βρήκα την ρότα μου
έχει ανάψει ο φάρος
στο νησί μου που έψαχνα
Και σέ βρήκα
Κι είναι μήνας Ιούλιος…….
Ακτής βοτσαλάκι
Τα πρώτα τα χρόνια της νιότης τ´ ασίγαστα
μικρό σπουργιτάκι
Θαρρώ σαν σε όνειρο πως τά ´ζησα κάποτε
του δέντρου λιανόκλαδο, ακτής βοτσαλάκι
Και κάθε φορά που μπροστά μου ο χρόνος
καθρέφτης ορθόνεται
και βλέπω τα ίχνη του ρυτίδες στο μέτωπο
ή χιόνια στης κόμης το ρηχό ακρογιάλι,
στενάζω, δακρύζω και λέω πόσο θά ´ θελα
νά γύριζα πίσω
σαν σκέψη, σαν όνειρο, σαν μιά επανάληψη
του δέντρου λιανόκλαδο ακτής βοτσαλάκι.
Μιά μέρα, συνάντησα. η μοίρα μου τό´χε
γραφτό και μελλούμενο
Μιά θάλασσα έρωτα πλατιά, δίχως κύματα
σαν χάδι ζεστή, που το κρύο μου αγκάλιασε.
Αίφνης ελύγισα, έγειρα, έσπασα
ο άνεμος μ ´έκοψε
και γύρισα στο όνειρο μικρό σπουργιτάκι
του δέντρου λιανόκλαδο, ακτής βοτσαλάκι.
Πηγαίνω και έρχομαι, αγέρας και σύννεφο
ξαγνάντεμα κι ίσκιος
και μες στην καρδούλα μου, λαχτάρα και πόθος μου
της νιότης της πρώτης οι σκέψεις
Φουρτούνα και πίκρα μου και φλόγα στα στήθη
μιά σκέψη αλίμονο
Καράβι που έφυγε σε μιά ανεμοζάλη το άστρο
και τ ´όνειρο, σιωπή και αντίλαλος
Μιά σβήνω, μιά χάνομαι, της άμμου σημάδι
έρμαιο στα κύματα
Μιά έρχομαι από μιά απαντοχή, μιά αναγέννηση
δέντρου λιανόκλαδο, μικρό πτραδάκι
Ακτής βοτσαλάκι….
Γυναίκα είναι
Κοίτα,
κοίτα το κορίτσι ,
Στέκεται στο παράθυρο του κόσμου
Ο αέρας κουνάει τά ξανθά μαλλιά της
Κοίτα την,
Φτερά έχει στους ώμους
Ζυγίζει τον άνεμο πριν τα φτερά ανοίξει
Της είπαν πως δεν μπορεί μα,
είναι έτοιμη να πετάξει πάνω από τα πέλαγα
Κοίτα,
κοίτα την γυναίκα,
Δεμένη με την μοίρα της είπαν πως πρέπει να μείνει
Την πλήγωσαν γιατί μπορούσαν
Μα κοίτα,
Έτοιμη να γίνει ένα με το σύννεφο
Δεν έχεις φτερά της είπαν,
και της έριξαν πισώπλατα
“”Εσύ τους άφησες να σε πληγώνουν “”
Μα κοίτα,
Αέρας είναι
Χαμόγελο είναι
Αγάπη είναι
Γυναίκα είναι
Φτερά οι πληγές της.